Ιχνηλάτηση της προέλευσης αρχαίων δομικών λίθων για την ανάδειξη μνημείων με τη χρήση της Τεχνικής Γεωλογίας: Συμπεράσματα από τα λατομεία Αρχαίων Αβδήρων, Ελλάδα.
Περίληψη
Τα αρχαία λατομεία συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη ιστορικών πολιτισμών, ως πηγές κατάλληλων δομικών και διακοσμητικών υλικών. Παραδείγματα από την αρχαία Αίγυπτο, την Περσία και τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία καταδεικνύουν την ποικιλομορφία των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και τον ρόλο των αρχαίων λατομείων, ως κρίσιμα κέντρα παραγωγής.
Επισημαίνεται το συνεχές επιστημονικό ενδιαφέρον για τα αρχαία υλικά και τις τεχνικές εξόρυξης, με ειδική αναφορά στις έρευνες του Ελλαδικού χώρου, όπου έχουν ήδη καταγραφεί περισσότερα από χίλια αρχαία λατομεία, ορισμένα εκ των οποίων, συνδέονται με εμβληματικά μνημεία όπως ο Παρθενώνας στην Αθήνα, το Ιερό των Δελφών, ο ναός του Δία στην Ολυμπία και του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Τα αρχαία λατομεία αποτελούν δείγματα της Ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, μαρτυρώντας στοιχεία της αρχαίας τεχνολογίας, καθότι μεταξύ άλλων συνδέονται με την άσκηση της γλυπτικής και της λιθοξοϊκής.
Η παρούσα εργασία αναφέρεται στη περιοχή της Ξάνθης, όπου δεσπόζει ο οικισμός των αρχαίων Αβδήρων, πατρίδας του φιλόσοφου Δημόκριτου (~ 460 π.Χ. - 370 π.Χ.). Διερευνά το βαθμό επίδρασης των τεχνικογεωλογικών παραγόντων στη δημιουργία και στον τρόπο λειτουργίας των αρχαίων λατομείων Πετρόλοφου και Μάνδρας, καθώς και την τροφοδοσία με κατάλληλα δομικά υλικά των τειχών και των κτισμάτων των Αρχαίων Αβδήρων.
Τα αρχαία λατομεία Μάνδρας και Πετρόλοφου αποτελούν πολιτιστικό ορόσημο της περιοχής, με την λειτουργία τους να χρονολογείται από τα τέλη του 6ου έως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., καλύπτοντας την περίοδο ακμής της πόλης. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από σύνθετη γεωτεκτονική ιστορία, καθώς ανήκει στο νότιο τμήμα της μάζας της Ροδόπης, με παρουσία μεταμορφωμένων, ιζηματογενών και πυριγενών πετρωμάτων. Τα δύο λατομεία εντάσσονται στα μολασσικά ιζήματα της Θράκης, εντός των οποίων κυριαρχούν ψαμμίτες και τοπικά κροκαλοπαγή.
Η παρούσα εργασία βασίζεται στις εργασίες υπαίθρου για τον προσδιορισμό των τεχνικογεωλογικών χαρακτηριστικών και της τεκτονικής δομής στον χώρο των αρχαίων λατομείων, καθώς και τη λήψη δειγμάτων για την εκτέλεση κατάλληλων εργαστηριακών δοκιμών.
Συγκεκριμένα, εκτελέστηκαν επιτόπιες γεωλογικές μετρήσεις (με χρήση γεωλογικής πυξίδας), μη καταστροφικές δοκιμές αντοχής με κρουστική σφύρα Schmidt, καθώς και συλλογή δειγμάτων για εργαστηριακές αναλύσεις (XRD, XRF, πολωτικό μικροσκόπιο). Τα δείγματα που εξετάστηκαν προέρχονται από αποκολλημένα τεμάχη βράχων των αρχαίων λατομείων Πετρόλοφου και Μάνδρας, καθώς και από τρία διαφορετικά αρχαία μνημεία εντός της αρχαίας πόλης των Αβδήρων (το Ιερό της Δήμητρας και Κόρης, τον Νεώσοικο και το τείχος της νότιας περίτειχης ζώνης).
Οι γεωλογικές χαρτογραφήσεις ανέδειξαν ότι και τα δύο λατομεία αποτελούνται κυρίως από παραοριζόντιες στρώσεις ψαμμίτη, ενώ η περιοχή του Πετρόλοφου παρουσιάζει αυξημένη τεκτονική καταπόνηση και συνδέεται άμεσα με την παρουσία κανονικού ρήγματος. Η αντοχή των ψαμμιτών σε ανεμπόδιστη θλίψη, βάσει των μετρήσεων με τη σφύρα Schmidt, λαμβάνει τιμές από 13 έως 28 MPa, ενώ ο σχηματισμός του κροκαλοπαγούς που απαντάται στον Πετρόλοφο εμφανίζει τιμές που κυμαίνονται από 19 έως 21 MPa.
Οι ορυκτολογικές και χημικές αναλύσεις κατέδειξαν ότι τα ψαμμιτικά αυτά πετρώματα είναι κυρίως χαλαζιακοί έως αρκόζικοι γραουβάκες, με σημαντικά ποσοστά χαλαζία (56–78%), άστριων (17–34%), αργιλικών ορυκτών (κυρίως καολινίτη) και δευτερευόντως μαρμαρυγίες. Η παρουσία ασβεστίτη σε ορισμένα δείγματα από τα μνημεία των Αβδήρων αποδόθηκε είτε σε φυσική εξαλλοίωση είτε σε τεχνητές επεμβάσεις. Τα αποτελέσματα των XRF αναλύσεων χρησιμοποιήθηκαν για στατιστική σύγκριση με υπολογισμό 95% διαστημάτων εμπιστοσύνης, βασισμένη στα κύρια οξείδια SiO₂ και Al₂O₃.
Μέσω της σύγκρισης της ορυκτολογικής - χημικής σύστασης των επιλεγμένων δειγμάτων, αναδείχθηκε η ικανοποιητική συσχέτιση μεταξύ των λατομικών υλικών και των υλικών των αρχαιολογικών ευρημάτων των αρχαίων Αβδήρων. Τα δείγματα από το Βόρειο Τείχος και τον Νεώσοικο παρουσιάζουν ισχυρή συσχέτιση χημικά και ορυκτολογικά με τα πετρώματα του αρχαίου λατομείου του Πετρόλοφου, ενώ το δείγμα από το Νότιο Τείχος μπορεί να συσχετιστεί με τα υλικά του αρχαίου λατομείου της Μάνδρας, τόσο ως προς το SiO₂ όσο και —έστω οριακά— ως προς το Al₂O₃. Επιπλέον, η έρευνα υπαίθρου καταδεικνύει ότι οι τεκτονικές δομές της περιοχής (π.χ. ρήγματα) διευκόλυναν τη δημιουργία εκμεταλλεύσιμων επιφανειών εξόρυξης, ειδικότερα στο αρχαίο λατομείο του Πετρόλοφου, όπου το κατακόρυφο μέτωπο εκτιμάται ότι ταυτίζεται με τεκτονική επιφάνεια κανονικού ρήγματος. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι τα δύο λατομεία χρησιμοποιήθηκαν στοχευμένα στην αρχαιότητα για την προμήθεια οικοδομικών λίθων για διάφορα οικοδομήματα της πόλης.
Συμπεραίνοντας, ο συνδυασμός της τεχνικής γεωλογίας, καθώς και της γεωχημείας αποτελεί ισχυρό εργαλείο για την κατανόηση των αρχαίων λατομικών πρακτικών και την τεκμηρίωση ιστορικών γεωτόπων. Η μελέτη αναδεικνύει τη σημασία της διατήρησης και της προώθησης των εν λόγω λατομείων για την επιστημονική έρευνα, την εκπαίδευση και τον γεωτουρισμό.
Λεπτομέρειες άρθρου
- Πώς να δημιουργήσετε Αναφορές
-
Tsagkas, D. (2026). Ιχνηλάτηση της προέλευσης αρχαίων δομικών λίθων για την ανάδειξη μνημείων με τη χρήση της Τεχνικής Γεωλογίας: Συμπεράσματα από τα λατομεία Αρχαίων Αβδήρων, Ελλάδα. Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας, 63(1), 1–26. ανακτήθηκε από https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/geosociety/article/view/43693
- Ενότητα
- Τεχνική Γεωλογία και Γεωτεχνική Μηχανική

Αυτή η εργασία είναι αδειοδοτημένη υπό το CC Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση 4.0.
Οι συγγραφείς θα πρέπει να είναι σύμφωνοι με τα παρακάτω: Οι συγγραφείς των άρθρων που δημοσιεύονται στο περιοδικό διατηρούν τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επί των άρθρων τους, δίνοντας στο περιοδικό το δικαίωμα της πρώτης δημοσίευσης. Άρθρα που δημοσιεύονται στο περιοδικό διατίθενται με άδεια Creative Commons 4.0 Non Commercial και σύμφωνα με την οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα, με αναφορά στο/στη συγγραφέα και στην πρώτη δημοσίευση για μη κερδοσκοπικούς σκοπούς. Οι συγγραφείς μπορούν να: Μοιραστούν — αντιγράψουν και αναδιανέμουν το υλικό με κάθε μέσο και τρόπο, Προσαρμόσουν — αναμείξουν, τροποποιήσουν και δημιουργήσουν πάνω στο υλικό.